πιστωτικός τίτλος

πιστωτικός τίτλος
Έγγραφο με τύπο καθορισμένο από τον νόμο, στο οποίο είναι ενσωματωμένο το δικαίωμα που μνημονεύεται σ’ αυτό. Ο π.τ. έχει την πολύτιμη ιδιότητα να είναι αντικείμενο εύκολης διαπραγμάτευσης, επειδή το δικαίωμα που είναι ενσωματωμένο σε αυτόν είναι ανεξάρτητο από τη δικαιοπραξία από την οποία απορρέει: ο τίτλος είναι, τυπικά, ο ίδιος και αν π.χ. έχει εκδοθεί για την εξόφληση χρέους, για δωρεά ή για οποιαδήποτε άλλη νομική σχέση. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί το δικαίωμα που εκφράζεται με τον τίτλο, δηλαδή να εξοφληθεί η υποχρέωση που πηγάζει από αυτόν, δεν εξετάζεται η νομική σχέση που προκάλεσε την έκδοσή του. Οι συνέπειες είναι: α) η μεταβίβαση του ίδιου δικαιώματος από το ένα νομικό υποκείμενο στο άλλο συντελείται με την απλή μεταβίβαση του τίτλου και εκείνος που έχει πετύχει τη νόμιμη κατοχή του τίτλου αποκτά, με μόνο το γεγονός της κατοχής, το δικαίωμα που σημειώνεται επάνω στο έγγραφο και μπορεί να αξιώσει την εκτέλεση της παροχής του οφειλέτη, χωρίς ο τελευταίος να μπορεί να του αντιτάξει τις προσωπικές ενστάσεις, που θα μπορούσε να αντιτάξει στους προηγούμενους κατόχους του τίτλου· β) σε αυτό το προσόν της αυτονομίας του πιστωτικού τίτλου προστίθεται το προσόν της τυπικότητας του εγγράφου, σύμφωνα με το οποίο ούτε ο πιστωτής ούτε ο οφειλέτης μπορούν να επικαλεστούν στοιχεία διαφορετικά από εκείνα που πηγάζουν από το γράμμα του τίτλου. Η μεταβίβαση του δικαιώματος που περιέχεται στον π.τ. συντελείται κατά διάφορους τρόπους, σύμφωνα με τη φύση του ίδιου του τίτλου. Στους τίτλους στον κομιστή η μεταβίβαση τελειώνεται με την απλή παράδοση του έγγραφου, ενώ στους τίτλους εις διαταγήν, εκτός από την παράδοση είναι αναγκαία η οπισθογράφηση –εντολή γραμμένη επάνω στο έγγραφο, με την οποία ο έως τώρα κάτοχος του τίτλου, ο οπισθογράφος, καλεί τον οφειλέτη να εκτελέσει την παροχή προς το νέο κάτοχο τον κομιστή. Η οπισθογράφηση είναι πλήρης, αν περιέχει το όνομα του νέου κάτοχου· είναι λευκή, αν περιέχει μόνο την υπογραφή του οπισθογράφου. Οι ονομαστικοί π.τ., εκείνοι δηλαδή που έχουν εκδοθεί στο όνομα ορισμένου προσώπου, μεταβιβάζονται με την επισημείωση του ονόματος του αποδέκτη επάνω στο έγγραφο και στο κατάστιχο του εκδότη ή με την εγχώριση ενός νέου τίτλου, που έχει εκδοθεί στο όνομα του νέου κατόχου. Η μεταβίβαση του ονομαστικού τίτλου είναι δυνατή και με τη μεσολάβηση οπισθογράφησης, αλλά στην περίπτωση αυτή η οπισθογράφηση πρέπει να είναι βεβαιωμένη με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Εκτός από τα καθαυτό ενοχικά δικαιώματα οι πιστωτικοί τίτλοι μπορούν να ενσωματώνουν και εμπράγματα δικαιώματα (αντιπροσωπευτικοί τίτλοι) ή μετοχικά δικαιώματα (τίτλοι μετοχικοί). Καθαυτό πιστωτικοί τίτλοι είναι π.χ., η συναλλαγματική, η επιταγή, οι ομολογίες του δημόσιου χρέους, οι μετοχές των εταιρειών, οι τίτλοι ενυπόθηκων δανείων κλπ. Αποτελούναντιπροσωπευτικούς τίτλους τα αποδεικτικά κατάθεσης, οι φορτωτικές, τα ενεχυρόγραφα και τα άλλα έγγραφα, που παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να παραλάβει τα σημειούμενα στον τίτλο αγαθά και κατ’ αυτόν τον τρόπο η κατοχή τίτλου ισοδυναμεί με κατοχή αγαθών, εμπιστευμένων σε τρίτο πρόσωπο. Τυπικό παράδειγμα μετοχικού τίτλου είναι η μετοχή ανώνυμης εταιρείας, που παρέχει στον κάτοχο (μέτοχο) δικαιώματα προσωπικά (όπως το δικαίωμα συμμετοχής στη γενική συνέλευση) και δικαιώματα περιουσιακά (δικαίωμα επί αναλόγου μέρους των καθαρών κερδών και, στην περίπτωση της διάλυσης της εταιρείας, δικαίωμα κατ’ αναλογία επί ποσοστού της καθαρής περιουσίας που απομένει από την εκκαθάριση).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • επιταγή — Πιστωτικός τίτλος με ασαφή ιστορική καταγωγή που γνώρισε ευρεία διάδοση από τις αρχές του 18ου αι. στη Μεγάλη Βρετανία, όταν απαγορεύτηκε στα πιστωτικά ιδρύματα να εκδίδουν τραπεζογραμμάτια και παραχωρήθηκε το δικαίωμα της έκδοσης χαρτονομίσματος …   Dictionary of Greek

  • συναλλαγματική — Έγγραφο που περιέχει την υπόσχεση ενός προσώπου (που λέγεται εκδότης) ή τη διαταγή προς ένα πρόσωπο (πληρωτής) να πληρώσει ορισμένο ποσό που θα το απαιτήσει ο εφοδιασμένος με το έγγραφο αυτό (λήπτης). Η ιστορική καταγωγή της σ. είναι αβέβαιη.… …   Dictionary of Greek

  • ομολογία — η 1. η αποδοχή ενοχής, συμφωνία, συναίνεση, παραδοχή: Κατά γενική ομολογία το έργο ήταν ωραίο. 2. φρ., «ομολογία πίστεως», αποδοχή ορισμένου θρησκευτικού δόγματος. 3. (οικον.), γραφτός πιστωτικός τίτλος, που δείχνει πως ο κάτοχος δάνεισε στο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”